Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Ποιητικά μέτρα

Στη νεοελληνική μετρική για να παραστήσουμε μία τονισμένη και μία άτονη συλλαβή (ή μέτρα) δανειζόμαστε δύο σημεία από την αρχαία:
  :  η άτονη συλλαβή
  — :  η τονισμένη συλλαβή

Με την ορισμένη εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών γίνονται τα μέτρα που διαιρούνται σε δισύλλαβα και τρισύλλαβα.
Τα πιο γνωστά από αυτά είναι τα εξής:
Ιαμβικό Μέτρο : εναλλαγή άτονης και τονισμένης συλλαβής
Υπάρχουν ιαμβικοί πεντασύλλαβοι, επτασύλλαβοι, εννιασύλλαβοι κ.τ.λ αλλά γνωστότερος όλων είναι ο:
Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος: — | — | — | — | — | — | — |
Πρόκειται για τον στίχο του δημοτικού τραγουδιού και χωρίζεται σε δυο ημιστίχια εκ των οποίων το πρώτο είναι 8 σύλλαβο και το δεύτερο 7σύλλαβο.
Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος είναι ο πιο εύχρηστος και ο πιο διαδεδομένος στίχος στη νεοελληνική ποίηση. Από το 10ο μ.Χ. αιώνα μέχρι και σήμερα, μεγάλο μέρος της νεοελληνικής ποίησης είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους. Αυτή η ευρύτατη χρήση, τόσο στη δημοτική ποίηση όσο και στην προσωπική, υπήρξε η βασική αιτία να αποκληθεί εθνικός στίχος.
Αναλυτικές πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:
Τροχαϊκό Μέτρο : εναλλαγή τονισμένης και άτονης συλλαβής
π.χ.Τροχαϊκός οκτασύλλαβος: — | — | — | —
Σε τροχαϊκό μέτρο είναι γραμμένος και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού.
«Σε γνω  | ρίζω α  |πό την |κόψη
 _υ, _υ, _υ, _υ
του σπα  | θ|ού την | τρομε | ρή
_υ, _υ, _υ, _
σε γνω  | ρίζω α | πό την | όψη I
 _υ, _υ, _υ, _υ
που με  | βιά με | τράει τη | γή.
_υ, _υ, _υ, _

Επίσης υπάρχουν το αναπαιστικό το δακτυλικό και το μεσοτονικό μέτρο που γίνονται από τρισύλλαβα μέτρα ανάλογα με τον τρόπο τονισμού.

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

"Το ποτάμι" Αντώνη Σαμαράκη (παράλληλο κείμενο με το "Γιατί;" του Γιάννη Μαγκλή)

Απο τη Συλλογη διηγημάτων Ζητείται ελπίς (1954).
Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου τρεις βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δυο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας...
— Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' από τα δόντια του κείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (...)
Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν είχε ακόμα φέξει...
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα 'σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να 'ναι ένας από τους Άλλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Τρόμος και αθλιότητα του Γ' Ράιχ (βίντεο με ιστορικά στοιχεία για τη δημιουργία του και τα χαρακτηριστικά του)


Αποσπάσματα από ποιήματα του Μπρεχτ: (μτφ. Μάριου Πλωρίτη)

Η μάσκα του κακού
Στον τοίχο μου, μια μάσκα γιαπωνέζικη, στο ξύλο σκαλισμένη
χρυσογυαλισμένη : μάσκα ενός δαίμονα κακού.
Κοιτάω με συμπόνια
τις φλέβες που στο μέτωπο φουσκώνουν, δείχνοντας
πόσο είναι κοπιαστικό να 'σαι κακός.

Από το θεατρικό έργο "Απόφαση"
Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν' αλλάξεις:
Οργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς  
την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.

"Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου"
"...Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει
πως έρχεται πόλεμος.

...Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα, κι εκατοντάδες άντρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα :
Χρειάζεται οδηγό.
Στρατηγέ, το βομβαρδιδτικό σου είναι πολυδύναμο.
πετάει πιο γρήγορα από τον άνεμο, κι απ' τον ελέφαντα σηκώνει
βάρος πιο πολύ.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα : χρειάζεται πιλότο.
Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα :
Ξέρει να σκέφτεται."

"Εγκώμιο στην αμφιβολία"
...Εσύ που είσαι αρχηγός, μην ξεχνάς
πως έγινες ό,τι είσαι, επειδή είχες αμφιβάλλει γι' άλλους
αρχηγούς!
Άσε λοιπόν αυτούς που οδηγείς
ν' αμφιβάλλουνε κι εκείνοι.

Το κάψιμο των βιβλίων
'Οταν διαταγή έβγαλε το καθεστώς να καούνε
σε δημόσιες πλατείες τα βιβλία που
περικλείνουν ιδέες ανατρεπτικές,
κι από παντού κεντρίζανε τα βόδια
να σέρνουν κάρα ολόκληρα
με βιβλία, για την πυρά, ένας εξορισμένο
 ποιητής, ένας απ' τους καλύτερους,
διαβάζοντας των βιβλίων τον κατάλογο,
με φρίκη του είδε πως τα δικά του
τα είχανε ξεχάσει. Χύμηξε στο γραφείο του
με τις φτερούγες της οργής, κι έγραψε στους τυράννους ένα 
γράμμα :
"Κάψτε με!" έγραφε με πένα ακράτητη, "κάψτε με!
Μ' αφήσατε έξω! Δε μπορείτε να μου το κάνετε αυτό, εμένα!
Την αλήθεια δεν έγραφα πάντα στα βιβλία μου; Και τώρα
μου φερνόσαστε σα να 'μαι ψεύτης! Σας διατάζω ;
Κάψτε με!"

"Συμφωνία"
Αυτός στην Κίνα
εδώ εκείνη.
Καλή, είπε κείνος
Μέρα, είπε κείνη.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

"Μια Κυριακή στην Κνωσσό" Ν. Καζαντζάκη (συμπληρωματικό υλικό)

"Κάπου υπάρχει η Κρήτη, νησί στη μέση ενός πελάγου
βαμμένου στο μαβί, πλούσιο κι εύφορο, θαλασσοφίλητο
το κατοικούν πολλοί, άνθρωποι αναρίθμητοι, σε πόλεις ενενήντα.
Μεικτή η γλώσσα τους κι ανάκατη, ανάλογα με τη φυλή.
άλλοι Αχαιοί, άλλοι οι βέροι Κρητικοί, γενναίοι,
εκεί και οι Δωριείς στα τρία χωρισμένοι, κι ακόμη
οι Κύδωνες κι οι θεοί Πελασγοί.
Ανάμεσά τους η Κνωσσός, μεγάλη πόλη, όπου βασίλευς ο Μίνως..."
               Οδύσσεια, ραψ. τ , στ. 185 - 190, μτφ. Δ.Ν.Μαρωνίτη


Φωτογραφίες της Κνωσσού  κατά την έναρξη των ανασκαφών από τον Έβανς:




Περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσσού με τα τρία ακόλουθα βίντεο:








"Κνωσσός, ο Λαβύρινθος των μύθων" Από το αρχείο της ΕΡΤ:
Η εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ εστιάζει στις ανασκαφές του ΕΒΑΝΣ στην ΚΝΩΣΟ και στην άποψή του για τον ΜΙΝΩΑ και τον ΜΙΝΩΙΚΟ πολιτισμό. Γίνεται αναφορά στην οικογένεια ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ και ειδικότερα στον ΜΙΝΩΑ και τις πρωτοποριακές του απόψεις για την ΚΝΩΣΟ, εκ διαμέτρου αντίθετες με εκείνες του ΕΒΑΝΣ, αν και έκανε τις πρώτες ερασιτεχνικές ανασκαφές του πριν από εκείνον. Παράλληλα γίνεται λόγος για το δογματισμό που επικρατούσε έως τον 19ο αιώνα όσον αφορά τις γνώσεις για το απώτερο παρελθόν του ανθρώπου, το φόβο να καταλήξουν τα ευρήματα στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, την πτώχευση του ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ και τη διακοπή των ανασκαφών. Κατόπιν γίνεται λόγος για τις ανασκαφικές προσπάθειες, αρκετά χρόνια αργότερα, του ΕΒΑΝΣ, καθώς ήταν ο μόνος που κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια εκσκαφής για την ΚΝΩΣΟ, αγοράζοντας την περιοχή.
http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000006863&tsz=0&autostart=0


Η κηδεία του Ν. Καζαντζάκη:


Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Σχήματα λόγου

  • Μεταφορά: όταν μια λέξη δεν χρησιμοποιείται κυριολεκτικά και η ιδιότητα ενός προσώπου,

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Είδη αφηγητή

·                     Ο αφηγητής δεν ανήκει στα πρόσωπα της ιστορίας. Τότε αφηγείται τα γεγονότα σε γ΄ πρόσωπο, καταγράφοντας αυτά που λένε ή κάνουν οι ήρωες. Άλλοτε δεν